Σελίδα 1 από 1

ξένος ἤμην καὶ συνηγάγετέ με

Δημοσιεύτηκε: Τρί 09 Απρ 2019, 20:53
από Αλέξανδρος Σουρτζής
Oι δυο φίλοι συζητούσαν, περασμένες 10 το βράδυ, στην εσωτερική αυλή του φτωχικού δωματίου που νοίκιαζαν.
-"Ταχίμ, απο τοτε που αφήσαμε το Πακισταν, και ηρθαμε στην Ελλάδα, κάτι άλλαξε μέσα μου'.

Ο Ταχίμ τον κοίταξε καλα καλα. Σα να μην ήταν ο Ικμπάρ που ήξερε. Κάποτε - κάποτε βεβαια, τον έπιαναν τα φιλοσοφικά του, και ορισμένες φορές μάλιστα σε αταίριαστες στιγμές, όπως την ώρα της δουλειάς. Τότε ήταν που φρόντιζε να τον επαναφέρει στην τάξη, πετώντας του κάτι απο το περιεχόμενο των κοφινιών που φόρτωναν στα φορτηγα, ενίοτε ένα ακτινίδιο ή μια κλημεντίνη, και λέγοντας του "συνελθε Ικμπάρ, άσε τις φιλοσοφίες και δούλευε!" Και γελάγανε και οι δύο, η συζητηση σταματουσε, δίνοντας τη θέση της στη σβέλτη και σιωπηλή σωματική εργασία τους.

-"Τι θες να πεις;" τον ρώτησε ο Ταχίμ, ξεφυσώντας μια κοφτή ρουφηξιά απο το λαθραίο τσιγάρο του.

-"Απο τότε που περάσαμε τα σύνορα κρυμμένοι σε εκείνο το κοντέϊνερ, σα να άλλαξα ζωη. Εδώ ο τόπος έχει ένα φως! Μα ένα φώς, αλλιώτικο απο την πατρίδα μας. Εχουν φώς οι πέτρες, τα κλαδιά των δέντρων, έχουν φώς τα περιστέρια..."

"Πάει μέθυσε ο Ικμπάρ", σκέφτηκε ο Ταχίμ. "Θα ήπιε κρυφά πρίν κάτσουμε παρέα."

-"Και οι άνθρωποι", συνέχισε ο Ικμπάρ, "και οι άνθρωποι ειναι διαφορετικοί. Έχουν κι αυτοί το ίδιο φώς. Δεν ξέρω πως να το πώ... σα να το εκπέμπουν!"

-"Μα τί φώς ειναι αυτό;" ρώτησε ο Ταχιμ, απορροφημένος απο τον ειρμό του φίλου του, και ξεχνώντας τη θεωρία του για το κρυφό μεθύσι.

-"Να, κοιτα, θα σου δώσω ενα παράδειγμα. Θυμασαι τις πρώτες μέρες που ήμασταν χωρίς δουλειά και σπίτι, και μας βρήκε ο Έλληνας ο παππούς στο χωριό της Κατερίνης; Και μας ρώτησε απο που ήμασταν, και εμεις με τα λίγα αγγλικά μας εξηγήσαμε στον γυό του, και συνεννοηθηκαμε; Θυμάσαι που μας φιλοξένησαν για τόσες εβδομάδες στο σπιτάκι στο χωράφι για να μείνουμε; χωρίς ποτέ να μιλήσουν για ενοίκιο; Θυμάσαι που μας έφερναν καθημερινά φαγητό; Ε, τοτε ήταν που είδα αυτο το φώς για πρώτη φορά. Στα μάτια τους, στα πρόσωπά τους. Όλη η οικογένεια, αστραποβολούσε."

Ο Ταχίμ δε μίλαγε, κοίταζε βαθια στα μάτια το φίλο του. Θυμόταν... Δεν το περίμενε ποτέ, σε αυτη την ξένη γη, να τους φερθούν όλοι τόσο όμορφα. Ουτε στο Πακισταν δε θα είχαν τέτοια αντιμετώπιση. Θυμήθηκε τον καλό παππου... με τα φρούτα και τα λαχανικά που τους κουβαλούσε κάθε πρωϊ... Συγκινημένος, σκούπισε αμήχανα και βιαστικά ένα δάκρυ, γυρίζοντας στο πλάϊ να μη φανερωθει... "Θυμαμαι", ψέλλισε.

-"Και οι συγχωριανοί; Μόλις μαθεύτηκε ότι ήρθαμε κρυμμένοι στο κοντέϊνερ, φορώντας μονο τα ρούχα μας, θυμάσαι; Όλοι αρχισαν να μας δίνουν μεροκάματα. Στα χωράφια, στα φρούτα, στο Συνεταιρισμό. Αλλά και στα σπίτια, για βαψίματα, καθαρισμούς σε αποθήκες, ότι είχε ο καθένας."

-"Ναι, έτσι είναι", θυμήθηκε ο Ταχιμ. Πώς να το ξεχνούσε; Ήδη απο τις πρώτες εβδομάδες, έβγαζαν αρκετά χρήματα για να στέλνουν και στις φτωχές οικογένειές τους, που ζούσαν στις παράγκες του χωριού στο μακρυνό Πακιστάν.

-"Και ο παπάς; Ο Ορθόδοξος. Θυμάσαι κι αυτός πόσο μας νοιάστηκε; Που μας είπε -με τον Δάσκαλο για διερμηνέα, δεν ήξερε αγγλικά- ότι όλο το χωριό θα μας αγκαλιάσει, και ότι στα πρόσωπά μας βλέπει το Χριστό; Και θα φροντίσουν για μάς και τις οικογένειές μας; Και τότε, αλήθεια, είδα πάλι εκείνο το φώς, στο γερασμένο καλοσυνάτο του πρόσωπο".

Ο Ταχίμ είχε χαμηλωμένο βλέμμα. Έσβησε το τσιγάρο. Θυμήθηκε τα μάτια του παπα, πόσο γεμάτα καλοσύνη ήταν! Και θυμήθηκε τον πατέρα του, ίδια ματια ειχαν, σκέφτηκε. Σκούπισε προσεκτικά άλλο ένα δάκρυ. Δε μίλαγε πια, μονο άκουγε".

-"Δυο χρόνια μετά, Ταχιμ, βλέπω πιά το φώς αυτό παντού. Στις φωνές των Ελλήνων που μας λενε 'καλημέρα', στους τοίχους των σπιτιών, στα γεμάτα χέρια των απλών χωρικών. Αλλά πιό πολύ το βλέπω στα πρόσωπά τους, όταν την Κυριακή το πρωϊ, εκει που πίνουμε τον καφέ μας στο καφενείο, τους βλέπω να επιστρέφουν απο την Εκκλησία τους. Λάμπουν Ταχιμ! Λάμπουν σα το φεγγάρι και τα αστέρια!"

-"Ταχίμ, ποτέ μου δέν πίστευα ότι υπάρχει Θεός. Νόμιζα πάντα ότι ήμασταν πεταμένοι απο μια αόρατη δύναμη, σα τους σβώλους χώμα στο χωράφι, καταδικασμένοι κάποτε να χαθουμε κι εμείς, να γίνουμε χώμα, τίποτα. Νόμιζα οτι η ζωη ειναι μια φάρσα, ένα κακό αστείο."

-"Αλλά δε το πιστευω πιά! Νομίζω καταλαβα τι συμβαίνει. Αυτο το φώς, Ταχίμ, το αστραφτερό, το παίρνουν απο την Πίστη τους. Και όλη την ελπίδα και την αγάπη και τη δύναμη που έχουν. Και γοητεύομαι, αλήθεια σου λέω. Νιώθω... σαν ερωτευμένος. Θέλω κι εγώ το Φώς! Θέλω να γίνω κι εγώ σαν κι αυτούς.. Ορθόδοξος! Ναι, μη με κοιτάς έτσι, δεν τρελλάθηκα. Κατάλαβα ότι η Πίστη τους είναι αληθινή, κάτι μέσα μου το φωνάζει, με ξεκουφαίνει Ταχιμ! Θέλω να μιλήσω στον παπά. Αύριο κι όλας. Πότε θα ξημερώσει;"